Μετάφραση του "blindhet" σε Ελληνικά
Οι τύφλωση, τυφλότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "blindhet" σε Ελληνικά.
blindhet
γραμματική
-
τύφλωση
noun femininesynfel som innebär total avsaknad av syn hos en specifik individ
De kanske har något med Giles blindhet att göra.
Ίσως οι δαίμονες σχετίζονται με τη τύφλωση του Τζάιλς.
-
τυφλότητα
noun feminineJesus använde ändå båda dessa begrepp, synförmåga och blindhet, i bildlig eller andlig betydelse.
Ο Ιησούς, όμως, χρησιμοποίησε σαφώς τόσο την όραση όσο και την τυφλότητα με τέτοια συμβολική ή πνευματική έννοια.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " blindhet " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη