Μετάφραση του "blodtryck" σε Ελληνικά

Οι αρτηριακή πίεση, πίεση αίματος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "blodtryck" σε Ελληνικά.

blodtryck noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρτηριακή πίεση

    feminine

    De vanligaste biverkningarna är ökat blodtryck eller mera huvudvärk eller hypertoni (högt blodtryck

    Οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες συνίστανται στην αύξηση της αρτηριακής πίεσης ή σε επιδείνωση ήδη υφιστάμενης κεφαλαλγίας ή υπέρτασης (υψηλή αρτηριακή πίεση

  • πίεση αίματος

    Han har lågt blodtryck, inget immunförsvar och njursvikt.

    Δεν έχει πίεση αίματος, ούτε ανοσοποιητικό σύστημα και ούτε νεφρά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " blodtryck " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "blodtryck" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "blodtryck" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη