Μετάφραση του "bok" σε Ελληνικά

Οι βιβλίο, οξιά, τόμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bok" σε Ελληνικά.

bok noun common w γραμματική

större mängd text [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • βιβλίο

    noun neuter

    pappersmedium eller digitalt medium med samling av ord och bilder som representerar kunskap eller en fiktiv berättels [..]

    Den här boken är uppdelad i fyra delar.

    Αυτό το βιβλίο είναι χωρισμένο σε τέσσερα μέρη.

  • οξιά

    noun feminine

    Grupp av träslag som innefattar exempelvis asp, bok, björk och eukalyptus.

    Ομάδα ειδών ξύλου που περιλαμβάνει π.χ. τρεμοφυλλοειδή λεύκη, οξιά, σημύδα και ευκάλυπτο.

  • τόμος

    noun masculine

    Den är den mest anmärkningsvärda bok som finns i dag.

    Είναι ο πιο αξιοσημείωτος τόμος που υπάρχει σήμερα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κιτάπι
    • οξυά
    • σύγγραμμα
    • αγία γραφή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bok " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Bok

Bok (träd)

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Βιβλίο

    Den här boken är uppdelad i fyra delar.

    Αυτό το βιβλίο είναι χωρισμένο σε τέσσερα μέρη.

  • Δασική οξιά

  • Οξιά

    Bok (träd)

    Grupp av träslag som innefattar exempelvis asp, bok, björk och eukalyptus.

    Ομάδα ειδών ξύλου που περιλαμβάνει π.χ. τρεμοφυλλοειδή λεύκη, οξιά, σημύδα και ευκάλυπτο.

Εικόνες με "bok"

Φράσεις παρόμοιες με "bok" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • πολύγλωσσος
  • Το Βιβλίο του Μόρμον
  • αλφαβητάρι
  • βιβλίο · κάνω κράτηση · κλείνω · κρατώ · προκρατ
  • Ηλεκτρονικό βιβλίο · ηλεκτρονικό βιβλίο
  • Αιγυπτιακή Βίβλος των Νεκρών
  • Αλφαβητάριο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bok" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη