Μετάφραση του "bomull" σε Ελληνικά

Οι βαμβάκι, μπαμπάκι, βαμβακιά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bomull" σε Ελληνικά.

bomull noun common w γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • βαμβάκι

    noun neuter

    Det grödspecifika stödet för bomull ska beviljas för bomull av sund och god marknadsmässig kvalitet.

    Η ειδική ενίσχυση για το βαμβάκι καταβάλλεται για βαμβάκι καθαρής, ανόθευτης και εμπορεύσιμης ποιότητας.

  • μπαμπάκι

    noun neuter

    Jag tänker inte dö för att de ska bli rika på sin bomull.

    Δεν θα πεθάνω για να πλουτίζουν αυτοί πουλώντας μπαμπάκι.

  • βαμβακιά

    feminine
  • βαμβακερό ύφασμα

    noun

    Av dessa senare typer att döma var de förmodligen gjorda av vävd bomull, vävd säv eller läder.

    Κρίνοντας από αυτούς τους μεταγενέστερους τύπους, οι εν λόγω σάκοι πρέπει να ήταν φτιαγμένοι από βαμβακερό ύφασμα, από εύκαμπτα βούρλα ή από δέρμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bomull " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Bomull
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Βαμβάκι

    ίνα φυτικής προέλευσης [..]

    Bomull och andra naturliga fröfibrer av cellulosa (inklusive kapok)

    Βαμβάκι και άλλες φυσικές κυτταρινούχες ίνες από σπόρους (συμπεριλαμβανομένου kapok)

Εικόνες με "bomull"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bomull" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη