Μετάφραση του "bonsai" σε Ελληνικά
Οι μπονσάι, Μπονσάι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bonsai" σε Ελληνικά.
bonsai
Ett miniatyrträd som växer i en kruka.
-
μπονσάι
noun neuter masculineVi kan titta på bonsai-trädet. Det brukar du tycka om.
Θα μπορούσαμε να δούμε το δέντρο μπονσάι, όπως σας αρέσει να κάνετε.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bonsai " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Bonsai
-
Μπονσάι
Vi kan titta på bonsai-trädet. Det brukar du tycka om.
Θα μπορούσαμε να δούμε το δέντρο μπονσάι, όπως σας αρέσει να κάνετε.
Εικόνες με "bonsai"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη