Μετάφραση του "borg" σε Ελληνικά

Οι κάστρο, οχυρό, πύργος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "borg" σε Ελληνικά.

borg noun common w γραμματική

Historisk byggnad eller grupp av byggnader som användes av militära styrkor för att försvara sig och vars huvudsakliga delar är murar och torn.

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κάστρο

    noun neuter

    είδος οχύρωσης [..]

    Hon skulle lära sig att vara sin egen borg, mot en evighet av mörker.

    Τώρα λέει ότι θα είναι το κάστρο της ενάντια στη αιωνιότητα του σκότους.

  • οχυρό

    noun neuter

    De kommer att spränga mot borgen likt vatten mot klipporna!

    θα τσακιστούν πάνω στο οχυρό σαν το νερό στα βράχια.

  • πύργος

    noun masculine

    Nej, jag sa att en mans hem är hans borg

    Είπα ότι το στιτικό του άντρα είναι ο πύργος του

  • κάστρο kastro

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " borg " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "borg"

Φράσεις παρόμοιες με "borg" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "borg" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη