Μετάφραση του "borrning" σε Ελληνικά
Οι γεώτρηση, διάτρηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "borrning" σε Ελληνικά.
borrning
-
γεώτρηση
— borrning av källor för produktion av råpetroleum eller naturgas, se 11.20
— γεώτρηση φρεατίων άντλησης πετρελαίου ή φυσικού αερίου, βλέπε 11.20.
-
διάτρηση
nounVerktygsmaskiner för borrning, arborrning eller fräsning i metall
Εργαλειομηχανές για τη διάτρηση, τη διάνοιξη οπών ή το φρεζάρισμα μετάλλων
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " borrning " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "borrning" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Φορτωτήρας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη