Μετάφραση του "botten" σε Ελληνικά
Οι πυθμένας, πάτος, βυθός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "botten" σε Ελληνικά.
botten
Noun
noun
γραμματική
-
πυθμένας
noun masculineSänk värmen och ge akt på mängden bubblor som stiger från skålens botten.
Μειώνεται η θερμότητα, ανάλογα με τη συχνότητα ανόδου των φυσαλλίδων από τον πυθμένα του υποδοχέα.
-
πάτος
noun masculineFat och tunnor är behållare som är mer eller mindre buktiga på mitten och har två fasta bottnar.
Τα βαρέλια είναι λίγο πολύ διογκωμένα στη μέση και έχουν κατ'αρχήν δύο πάτους.
-
βυθός
noun masculineTrålning efter ål är förbjudet för att skydda sjöns botten.
Η χρήση τράτας για χέλια απαγορεύεται για να προστατευθεί ο βυθός της λίμνης.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κώλος
- κάτω πλευρά
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " botten " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "botten"
Φράσεις παρόμοιες με "botten" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άσπρο πάτο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη