Μετάφραση του "bov" σε Ελληνικά
Οι κακός, κάθαρμα, παλιάνθρωπος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bov" σε Ελληνικά.
bov
noun
common
γραμματική
-
κακός
adjective masculineJag är en bra polis, Stokes visade sig vara en bov.
Είμαι καλή αστυνομικός, κι ο Στόουκς αποδείχτηκε ο κακός.
-
κάθαρμα
noun neuterDe " bovarna " startade bolaget med ett plan och gjorde någonting av ingenting.
Αυτά τα " καθάρματα " έχτισαν την εταιρία από ένα αεροπλάνο, απ'το τίποτα.
-
παλιάνθρωπος
noun masculine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κακοποιός
- απατεώνας
- αχρείος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bov " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη