Μετάφραση του "bruk" σε Ελληνικά
Οι χρήση, έθιμο, συνήθεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bruk" σε Ελληνικά.
-
χρήση
noun feminineDe kan för övrigt välja att helt avstå från att bruka sina åkrar.
Θα μπορούσαν ακόμη να απέχουν πλήρως από τη χρήση των αγρών τους.
-
έθιμο
nounDetta avtal ska inte påverka lagar, bruk eller avtal som tillförsäkrar de berörda sjömännen bättre villkor.
Η παρούσα συμφωνία δεν επηρεάζει κανένα νόμο, έθιμο ή συμφωνία που προβλέπει ευνοϊκότερους όρους για τους αφορωμένους ναυτικούς.
-
συνήθεια
noun feminineHan brukar orsaka problemen han skickas för att lösa.
Έχει μια φοβερή συνήθεια στο να δημιουργεί μεγαλύτερα προβλήματα, σε εκέινα που επιδιώκει να λύσει.
-
εργοστάσιο
noun neuterI sådana fall annulleras kvoterna för de nedlagda bruken.
Στην περίπτωση αυτή, η ποσόστωση που αντιστοιχεί στο εργοστάσιο που παύει να λειτουργεί, θα ακυρώνεται.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bruk " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "bruk" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
καλλιεργώ · χρησιμοποιώ
-
αειφόρος χρήση
-
έθιμα και παραδόσεις