Μετάφραση του "brunkol" σε Ελληνικά

Οι λιγνίτης, Λιγνίτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "brunkol" σε Ελληνικά.

brunkol Noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • λιγνίτης

    noun masculine

    Här ingår kol med agglomerat, brunkol och briketter.

    Περιλαμβάνεται ο λιθάνθρακας και τα συσσωματώματα λιθάνθρακα, ο λιγνίτης και οι μπρικέτες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " brunkol " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Brunkol
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Λιγνίτης

    Brunkol har mycket lägre kolhalt än kol och en mycket hög vattenhalt.

    Ο λιγνίτης έχει πολύ χαμηλότερη περιεκτικότητα σε άνθρακα από τον λιθάνθρακα και πολύ υψηλή περιεκτικότητα σε υγρασία.

Εικόνες με "brunkol"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "brunkol" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη