Μετάφραση του "brytare" σε Ελληνικά
Το διακόπτης είναι η μετάφραση του "brytare" σε Ελληνικά.
brytare
noun
common
γραμματική
-
διακόπτης
nounVid mekaniskt hanterade lastluckor skall krafttillförseln kopplas från automatiskt om brytaren släpps upp.
Στην περίπτωση των καλυμμάτων των στομίων κύτους με μηχανικό χειρισμό, η μετάδοση της ενέργειας πρέπει να διακόπτεται αυτόματα όταν ελευθερώνεται ο διακόπτης ελέγχου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " brytare " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη