Μετάφραση του "butan" σε Ελληνικά

Οι βουτάνιο, Βουτάνιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "butan" σε Ελληνικά.

butan noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • βουτάνιο

    noun neuter

    Ugnar avsedda att användas uteslutande med alkangas (propan och butan).

    φούρνους προοριζόμενους για χρήση μόνο με αέρια της «τρίτης οικογένειας» (προπάνιο και βουτάνιο).

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " butan " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Butan
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Βουτάνιο

    Οργανική ένωση αποτελούμενη από μία ανθρακική αλυσίδα με 4 άτομα άνθρακα, πάνω στην οποία βρίσκονται προσκολλημένα 10 άτομα υδρογόνου

    (11) Kommersiell butan, distribuerad i tankar och flaskor.

    (11) Βουτάνιο εμπορίου, που διανέμεται με δεξαμενές ή φιάλες.

Εικόνες με "butan"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "butan" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη