Μετάφραση του "butik" σε Ελληνικά

Οι κατάστημα, μαγαζί, μαγαζάκι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "butik" σε Ελληνικά.

butik noun common γραμματική

mindre affär [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατάστημα

    noun neuter

    Allmänt erbjuder butiken ett relativt stort sortiment av lyxartiklar.

    Στο μεγαλύτερο ποσοστό, το κατάστημα προσφέρει σχετικά μεγάλη ποικιλία ειδών πολυτελείας.

  • μαγαζί

    noun neuter

    Vi ska öppna både butik och bank, eller hur?

    Avoίγoυμε κι εμείς μαγαζί και τράπεζα, έτσι Tζov

  • μαγαζάκι

    Det är en liten butik dit folk får post eftersänd

    Είναι ένα μαγαζάκι που συνήθως προωθεί την αλληλογραφία

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εμπορικό
    • παντοπωλείο
    • εμπορείο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " butik " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "butik" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη