Μετάφραση του "central" σε Ελληνικά

Το κεντρικός είναι η μετάφραση του "central" σε Ελληνικά.

central adjective noun common w γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κεντρικός

    adjective masculine

    Den behöriga myndigheten ska utse ett centralt kontaktkontor.

    Η αρμόδια αρχή ορίζει μια μοναδική κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " central " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "central"

Φράσεις παρόμοιες με "central" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "central" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη