Μετάφραση του "central" σε Ελληνικά
Το κεντρικός είναι η μετάφραση του "central" σε Ελληνικά.
central
adjective
noun
common
w
γραμματική
-
κεντρικός
adjective masculineDen behöriga myndigheten ska utse ett centralt kontaktkontor.
Η αρμόδια αρχή ορίζει μια μοναδική κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " central " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "central"
Φράσεις παρόμοιες με "central" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Κεντρική Μακεδονία
-
Κεντρική διαχείριση υπηρεσιών PerformancePoint
-
χώρες της Ανατολικής και της Κεντρικής Ευρώπης
-
Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη
-
Κεντρική Σλοβενία
-
Θεώρημα κεντρικού ορίου
-
κλειδί περιαγωγής
-
Κεντρική Υπερδουναβία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη