Μετάφραση του "cockpit" σε Ελληνικά

Οι πιλοτήριο, κόκπιτ, θαλαμίσκος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cockpit" σε Ελληνικά.

cockpit γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πιλοτήριο

    noun neuter

    I dessa simuleringar har ni tagit ut all mänsklighet från cockpit.

    Σ'αυτές τις προσομοιώσεις, έχει αφαιρεθεί κάθε ανθρώπινο στοιχείο από το πιλοτήριο.

  • κόκπιτ

    neuter

    Han kanske är i cockpit.

    Ίσως είναι στο κόκπιτ.

  • θαλαμίσκος

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cockpit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cockpit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη