Μετάφραση του "cylinder" σε Ελληνικά

Οι κύλινδρος, Κύλινδρος κινητήρα, Κύλινδρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cylinder" σε Ελληνικά.

cylinder noun common w γραμματική

yta i rummet [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κύλινδρος

    noun masculine

    Molekylpumpar bestående av cylindrar med invändigt maskinbearbetade eller utpressade spiralformade spår och maskinbearbetade innerytor.

    Μοριακές αντλίες αποτελούμενες από κυλίνδρους οι οποίοι φέρουν εσωτερικώς εκτορευμένες ή εξηλασμένες ελικοειδείς αύλακες και εσωτερικώς εκτορευμένες οπές,

  • Κύλινδρος κινητήρα

    maskinteknik en cylinderformad hålighet vari en kolv löper

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cylinder " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Cylinder
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κύλινδρος

    Cylindrar med en diameter på minst 120 mm och en längd på minst 50 mm.

    Κυλίνδρους διαμέτρου 120 mm και άνω και μήκους 50 mm και άνω·

Εικόνες με "cylinder"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cylinder" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη