Μετάφραση του "cypriot" σε Ελληνικά
Οι Κύπριος, Κύπρια, Κυπραίος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cypriot" σε Ελληνικά.
cypriot
noun
common
γραμματική
-
Κύπριος
noun masculineperson från Cypern
Linjen passeras dagligen av tusentals cyprioter från båda delarna av ön.
Χιλιάδες Κύπριοι και από τις δύο πλευρές διασχίζουν τη γραμμή καθημερινά.
-
Κύπρια
noun feminine -
Κυπραίος
noun masculine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Κυπριώτης
- Κυπρία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cypriot " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη