Μετάφραση του "dam" σε Ελληνικά

Οι βασίλισσα, ντάμα, κυρία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dam" σε Ελληνικά.

dam noun common w γραμματική

schackpjäs [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • βασίλισσα

    noun feminine

    τράπουλα

    Man offrar inte en dam för att rädda en bonde.

    Δε θυσιάζεις τη βασίλισσα για να σώσεις ένα πιόνι.

  • ντάμα

    noun ουστιακό ουσιαστικό feminine θηλυκό

    γυναίκα που συνοδεύεται από άνδρα σε χορό, περίπατο... [..]

    Vår tursamma vän från Baton Rouge får en dam och par i sexor.

    Ο τυχερός μας φίλος τσάκωσε μια ντάμα μαζί με τα εξάρια του.

  • κυρία

    noun feminine

    Herr ordförande, mina mycket ärade damer och herrar!

    Kύριε Πρόεδρε, αξιότιμοι κυρίες και κύριοι, θα ήθελα να μιλήσω υπέρ του κατεπείγοντος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dam " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Dam

Dam, Amsterdam

+ Προσθήκη

"Dam" στο λεξικό Σουηδικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Dam στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "dam"

Φράσεις παρόμοιες με "dam" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dam" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη