Μετάφραση του "damm" σε Ελληνικά

Οι σκόνη, λιμνούλα, φράγμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "damm" σε Ελληνικά.

damm noun common neuter w γραμματική

En barriär av betong, jord m m som byggts tvärs över en flod för att åstadkomma vattensamling. [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σκόνη

    noun feminine

    Alla sorters fast material när detta är fördelat i mycket små partiklar.

    Lagringsutrymmena bör vara rena och fria från skräp, damm och skadedjur.

    Οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης θα πρέπει να είναι καθαρές και χωρίς απορρίμματα, σκόνη και παράσιτα.

  • λιμνούλα

    feminine

    Min mamma vet säkert inte vad som hände Elisa vid dammen men det gör jag.

    H μαμά μου δεν πρέπει να μάθει τι συνέβη στην Ελίσα στη λιμνούλα αλλά εγώ ξέρω.

  • φράγμα

    noun neuter

    Det sista de gjorde var att bygga om dammen.

    Η τελευταία δουλειά που έκαναν εκεί ήταν η ανακατασκευή του φράγματος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λίμνη
    • δεξαμενή
    • κονιορτός
    • πισίνα
    • λεκάνη
    • ξεσκονίζω
    • κοινοπραξία
    • νερόλακος
    • όμιλος
    • φράγμα ταμιευτήρα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " damm " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Damm
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Σκόνη

    Dammet som steg kändes som dimman från kriget själv.

    Η σκόνη των δρόμων έμοιαζε με... την ομίχλη του ίδιου του πολέμου.

Εικόνες με "damm"

Φράσεις παρόμοιες με "damm" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "damm" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη