Μετάφραση του "dans" σε Ελληνικά

Οι χορός, Χορός, όρχηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dans" σε Ελληνικά.

dans noun common γραμματική

aktivitet [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • χορός

    noun masculine

    En serie rytmiska steg eller rörelser som utförs till musik, för nöjes skull eller som en form av social interaktion.

    Jag minns inte när vi träffades, men jag minns skratt och dans.

    Δεν θυμάμαι πότε γνωριστήκαμε, αλλά θυμάμαι πολλά γέλια και χορούς.

  • Χορός

    Jag minns inte när vi träffades, men jag minns skratt och dans.

    Δεν θυμάμαι πότε γνωριστήκαμε, αλλά θυμάμαι πολλά γέλια και χορούς.

  • όρχηση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dans " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dans" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dans" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη