Μετάφραση του "defekt" σε Ελληνικά

Το ελάττωμα είναι η μετάφραση του "defekt" σε Ελληνικά.

defekt adjective noun common γραμματική

bristfällig

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ελάττωμα

    noun neuter

    För det andra har den förste motparten gjort gällande att defekten härleds från orsakssambandet.

    Δεύτερον, με τις παρατηρήσεις της, η πρώτη αναιρεσίβλητη υποστηρίζει ότι το ελάττωμα συνάγεται από την αιτιώδη συνάφεια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " defekt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "defekt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "defekt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη