Μετάφραση του "del" σε Ελληνικά

Οι μέρος, κομμάτι, εξάρτημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "del" σε Ελληνικά.

del noun common w γραμματική

mindre bit i större helhet [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μέρος

    noun neuter

    Den här boken är uppdelad i fyra delar.

    Αυτό το βιβλίο είναι χωρισμένο σε τέσσερα μέρη.

  • κομμάτι

    noun neuter

    Jag tror att jag förstår varför du bara kommer ihåg just den delen.

    Υποθέτω, καταλαβαίνω γιατί θυμάσαι μόνο αυτό το κομμάτι της ιστορίας.

  • εξάρτημα

    noun neuter

    Endast en ansökan får lämnas in av tillverkaren per typ och per del och endast till en godkännandemyndighet.

    Ο κατασκευαστής μπορεί να υποβάλλει μία μόνον αίτηση ανά τύπο και ανά εξάρτημα σε μία μόνον εγκριτική αρχή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τμήμα
    • συστατικό
    • ετικέτα
    • αναχωρώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " del " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "del"

Φράσεις παρόμοιες με "del" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κοινόχρηστο στοιχείο ελέγχου
  • υπέδαφος
  • πολλά · πολύ
  • δικαιώματα κοινόχρηστου φακέλου
  • εκτύπωση με παράθεση · παραθέτω · τμήμα παράθεσης
  • Υπηρεσία παροχής κοινόχρηστων υπηρεσιών
  • αρχείο συστατικού κοινής χρήσης
  • διαιρώ · διασπώ · διαχωρίζω · διχάζω · κοινή χρήση · κοινωνώ · μεταλαμβάνω · μοιράζομαι · μοιράζω · σχίζω · τεμαχίζω · χωρίζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "del" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη