Μετάφραση του "densitet" σε Ελληνικά
Το πυκνότητα είναι η μετάφραση του "densitet" σε Ελληνικά.
densitet
-
πυκνότητα
noun feminineDess cellulära egenskaper ger den låg densitet, vilket gör att den kan flyta på vatten.
Ο κυψελωτός χαρακτήρας της προσδίδει σε αυτήν χαμηλή πυκνότητα που της επιτρέπει να επιπλέει στο νερό.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " densitet " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη