Μετάφραση του "depression" σε Ελληνικά
Οι κατάθλιψη, ύφεση, λάκκος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "depression" σε Ελληνικά.
psykiatri, psykologi [..]
-
κατάθλιψη
noun feminineSom ni kan förstå led hon av en svår depression.
Φαντάζεστε υπέφερε από σoβαρή κατάθλιψη μετά τoν τoκετό.
-
ύφεση
noun feminineEn tidsperiod med ekonomisk stiltje, präglad av hög arbetslöshet och låg investeringsgrad.
Dessa fenomen skulle kunna försätta Europa i en långvarig depression under flera år.
Αυτά τα φαινόμενα θα κινδύνευαν να βυθίσουν την Ευρώπη σε παρατεταμένη ύφεση για πολλά χρόνια.
-
λάκκος
noun masculine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αθυμία
- οικονομική κρίση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " depression " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
κατάθλιψη
nounSom ni kan förstå led hon av en svår depression.
Φαντάζεστε υπέφερε από σoβαρή κατάθλιψη μετά τoν τoκετό.
-
Μείζων καταθλιπτική διαταραχή
Patienter som uppfyllde diagnostiska kriteria för egentlig depression exkluderades från dessa studier
Οι ασθενείς που πληρούσαν τα διαγνωστικά κριτήρια για μείζονα καταθλιπτική διαταραχή είχαν αποκλεισθεί από αυτές τις μελέτες