Μετάφραση του "despoti" σε Ελληνικά

Το δεσποτισμός είναι η μετάφραση του "despoti" σε Ελληνικά.

despoti γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • δεσποτισμός

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " despoti " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "despoti" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη