Μετάφραση του "diet" σε Ελληνικά

Οι δίαιτα, διαιτολόγιο, βουλή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "diet" σε Ελληνικά.

diet noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • δίαιτα

    noun feminine

    Maten i dieten ska fördelas på tre huvudmåltider

    Η τροφή στη δίαιτα πρέπει να κατανέμεται σε τρία κύρια γεύματα

  • διαιτολόγιο

    noun neuter

    11 Av den franska litteraturen framgår att osten utgör en del av den franska dieten.

    11 Η γαλλική λογοτεχνία προσφέρει αποδείξεις ότι το τυρί περιλαμβανόταν στο γαλλικό διαιτολόγιο.

  • βουλή

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " diet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Diet
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Διατροφή

    τρόπος ή σύστημα διατροφής

    Mjölkkorna utfodras med en diet bestående färskt gräs och ensilagebaserade produkter.

    Η διατροφή των ζώων αποτελείται από νωπό χόρτο και ενσιρωμένη χορτονομή.

Φράσεις παρόμοιες με "diet" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "diet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη