Μετάφραση του "dill" σε Ελληνικά

Οι άνηθος, άνηθο, Άνηθος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dill" σε Ελληνικά.

dill noun common w γραμματική

krydda

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • άνηθος

    noun masculine

    krydda

    Och dill är en ”vän” till ärtor, gurka, sallat och lök.

    Ο δε άνηθος είναι «φίλος» των μπιζελιών, των αγγουριών, του μαρουλιού και των κρεμμυδιών.

  • άνηθο

    noun neuter

    — ex160540 00 – Andra kräftdjur, beredda eller konserverade: Sötvattenkräftor, kokta i dill, frysta

    — ex160540 00 — Άλλα μαλακόστρακα, παρασκευασμένα ή διατηρημένα: Καραβίδες του γλυκού νερού, βρασμένες με άνηθο, κατεψυγμένες

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dill " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Dill
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Άνηθος

Εικόνες με "dill"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dill" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη