Μετάφραση του "diplom" σε Ελληνικά
Οι δίπλωμα, έπαινος, δίπλωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "diplom" σε Ελληνικά.
diplom
noun
neuter
γραμματική
-
δίπλωμα
noun neuterOm yrket inte är reglerat är det naturligtvis inte nödvändigt att anhålla om erkännande av diplomet i fråga.
Βεβαίως, αν δεν πρόκειται για νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα, δεν είναι απαραίτητη η αναγνώριση του εν λόγω διπλώματος.
-
έπαινος
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " diplom " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Diplom
-
δίπλωμα
nounέγγραφο που παραχωρεί ένα ακαδημαϊκό τίτλο
Om yrket inte är reglerat är det naturligtvis inte nödvändigt att anhålla om erkännande av diplomet i fråga.
Βεβαίως, αν δεν πρόκειται για νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα, δεν είναι απαραίτητη η αναγνώριση του εν λόγω διπλώματος.
Εικόνες με "diplom"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη