Μετάφραση του "disciplin" σε Ελληνικά
Οι πειθαρχία, Πειθαρχία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "disciplin" σε Ελληνικά.
disciplin
Noun
γραμματική
-
πειθαρχία
noun femininePakten bör verka för disciplin, den skall vara en piska som håller oss på rätt spår.
Το Σύμφωνο πρέπει να προωθεί την πειθαρχία, πρέπει να μας υποχρεώνει με αυστηρότητα να παραμένουμε στον ορθό δρόμο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " disciplin " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Disciplin
-
Πειθαρχία
g) Disciplin och ansvarsområden
ζ) Πειθαρχία και ευθύνες:
Φράσεις παρόμοιες με "disciplin" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
στρατιωτική πειθαρχία
-
ακαδημαϊκό πεδίο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη