Μετάφραση του "dividend" σε Ελληνικά

Οι διαιρετέος, μέρισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dividend" σε Ελληνικά.

dividend noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαιρετέος

    noun masculine
  • μέρισμα

    noun neuter

    De bestämmelser i denna lag som är tillämpliga på dividend gäller även för vinstandel av placeringsfond.

    Οι διατάξεις του νόμου αυτού που εφαρμόζονται στα μερίσματα ισχύουν και για τη συμμετοχή στα κέρδη των επενδυτικών οργανισμών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dividend " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dividend" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη