Μετάφραση του "djup" σε Ελληνικά

Οι βαθύς, βάθος, βαρύς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "djup" σε Ελληνικά.

djup adjective noun neuter γραμματική

mått på djup [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • βαθύς

    adjective masculine

    Den allt djupare krisen har ytterligare underminerat institutionernas sätt att fungera.

    Η όλο και βαθύτερη κρίση έχει επιδεινώσει τη λειτουργία των θεσμικών οργάνων.

  • βάθος

    noun neuter

    Sedan började han höra konstiga ljud kommer från djupet av skogen.

    Ύστερα άρχισε ν'ακούει παράξενες φωνές απ'τα βάθη του δάσους.

  • βαρύς

    adjective masculine

    Ett djupare hade uppstått om vi inte retirerat.

    Ένα ακόμα πιο βαρύ θα είχαμε υποστεί, αν δεν είχαμε αποσυρθεί από την μάχη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βαθυστόχαστος
    • άβυσσος
    • εμβριθής
    • περισπούδαστος
    • χάος
    • τάρταρα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " djup " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "djup"

Φράσεις παρόμοιες με "djup" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "djup" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη