Μετάφραση του "doft" σε Ελληνικά

Οι άρωμα, οσμή, μυρωδιά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "doft" σε Ελληνικά.

doft noun common γραμματική

Det som förnims med näsan. [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • άρωμα

    noun neuter

    Den har angenäm, naturligt rökig doft och smak, främst av bokträ.

    Το χοιρομέρι έχει ευχάριστο, φυσικό άρωμα και γεύση καπνιστού, κυρίως ξύλου οξιάς.

  • οσμή

    noun feminine

    Αυτό που γίνεται αντιληπτό με τη μύτη.

    Angenäm och mild smak och doft, med inslag av rökt och vitlök samt balans mellan sött och salt.

    Έχει ευχάριστη οσμή καπνιστού, γεύση σκόρδου, καθώς και γεύση ανάμεσα στο γλυκό και στο αλατισμένο.

  • μυρωδιά

    noun feminine

    Αυτό που γίνεται αντιληπτό με τη μύτη.

    Jag älskar doften av kanel och äpple på morgonen.

    Μ'αρέσει η μυρωδιά της μηλόπιτας με κανέλα το πρωί.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ευωδιά
    • η μυρωδιά
    • το άρωμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " doft " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Doft
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Οσμή

    Μια οσμή προκαλείται από μία ή περισσότερες πτητικές χημικές ενώσεις, συνήθως σε πολύ χαμηλή συγκέντρωση, που οι άνθρωποι ή άλλοι οργανισμοί καταλαβαίνουν από την αίσθηση της όσφρησης.

    Doft och smak av olja som framställts av oliver som konserverats i saltlösning.

    Οσμή-γεύση ελαιολάδου που προέρχεται από ελιές διατηρημένες σε άλμη.

Φράσεις παρόμοιες με "doft" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "doft" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη