Μετάφραση του "dotterson" σε Ελληνικά

Οι εγγονός, εγγόνι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dotterson" σε Ελληνικά.

dotterson noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εγγονός

    noun masculine

    Min dotterson hann aldrig göra klart sin andra.

    Ο εγγονός μου ποτέ δεν τελείωσε τη δεύτερη.

  • εγγόνι

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dotterson " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dotterson" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη