Μετάφραση του "elasticitet" σε Ελληνικά
Οι ελαστικότητα, ανθεκτικότητα, ψυχολογική αντοχή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "elasticitet" σε Ελληνικά.
elasticitet
-
ελαστικότητα
noun feminineAlla våra ansträngningar måste därför verka för genomförandet av denna första fas, även med all möjlig elasticitet.
Όλες οι προσπάθειές μας πρέπει να αποβλέπουν στην υλοποίηση της αρχικής αυτής φάσης, με κάθε δυνατή ελαστικότητα.
-
ανθεκτικότητα
Noun -
ψυχολογική αντοχή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " elasticitet " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Elasticitet
-
Ελαστικότητα
Ελαστικότητα είναι η ιδιότητα υλικών σωμάτων να επανέρχονται στο αρχικό τους σχήμα μετά από άσκηση εξωτερικής τάσης.
Elasticitet och elasticitetens likformighet
Ελαστικότητα και ομοιομορφία της ελαστικότητας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη