Μετάφραση του "eld" σε Ελληνικά
Οι φωτιά, πυρ, πυρά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eld" σε Ελληνικά.
Det tillstånd av förbränning i vilket brännbart material brinner och skapar hetta, lågor och ofta rök.
-
φωτιά
noun feminineΚατάσταση καύσης κατά την οποία καίγεται εύφλεκτο υλικό, παράγοντας θερμότητα, φλόγες και συχνά καπνό.
Här står att man inte kan släcka sån eld med vatten.
Tο θέμα είναι ότι, το γράφει εδώ, το νερό δε σβήνει τη φωτιά από λίπη.
-
πυρ
interjection neuterOch innan han öppnade eld, uppgraderade han till en skidmask.
Και πριν ανοίξει πυρ, φόρεσε μάσκα του σκι.
-
πυρά
noun feminineΚατάσταση καύσης κατά την οποία καίγεται εύφλεκτο υλικό, παράγοντας θερμότητα, φλόγες και συχνά καπνό.
Och innan han öppnade eld, uppgraderade han till en skidmask.
Και πριν ανοίξει πυρ, φόρεσε μάσκα του σκι.
-
πύρα
noun feminineHar du hört våra egna ge eld så där?
Ξανάκουσες τέτοια φίλια πύρα;
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " eld " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
φωτιά
nounHär står att man inte kan släcka sån eld med vatten.
Tο θέμα είναι ότι, το γράφει εδώ, το νερό δε σβήνει τη φωτιά από λίπη.
Εικόνες με "eld"
Φράσεις παρόμοιες με "eld" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πυρπολώ
-
βάλω καύσιμα στη φωτιά
-
πυρ κατά βούληση
-
παίζουν με τη φωτιά · παίζω με τη φωτιά
-
Υγρό πυρ
-
ρίχνω λάδι στη φωτιά
-
Ολυμπιακή φλόγα