Μετάφραση του "eldvapen" σε Ελληνικά

Οι πυροβόλο, πυροβόλο όπλο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eldvapen" σε Ελληνικά.

eldvapen Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πυροβόλο

    noun neuter

    όπλο που εκτοξεύει ένα βλήμα υψηλής ταχύτητας μέσω της περιορισμένης καύσης ενός πρωθητικού

    Revolvrar, pistoler, icke-militära eldvapen och liknande artiklar

    Περίστροφα, πιστόλια, μη πολεμικά πυροβόλα και παρόμοια συστήματα

  • πυροβόλο όπλο

    noun neuter

    Eldvapen som verkar genom förbränning av en explosiv laddning, ej nämnda eller inbegripna någon annanstans (exklusive eldvapen för militärt bruk)

    Πυροβόλα όπλα που χρησιμοποιούν τη δύναμη της πυρίτιδας, π.δ.κ.α. (εκτός από πολεμικά πυροβόλα όπλα)

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " eldvapen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "eldvapen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "eldvapen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη