Μετάφραση του "elektrisk" σε Ελληνικά
Το ηλεκτρικός είναι η μετάφραση του "elektrisk" σε Ελληνικά.
elektrisk
adjective
γραμματική
Som använder sig av elektricitet.
-
ηλεκτρικός
adjective masculineElektrisk fara, t.ex. från strömförande delar som kan orsaka en elektrisk stöt.
ηλεκτρικός κίνδυνος, όπως από γυμνά ηλεκτρικά εξαρτήματα που μπορούν να προκαλέσουν ηλεκτροπληξία·
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " elektrisk " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "elektrisk" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βιομηχανικό ηλεκτρικό μηχάνημα
-
ηλεκτρολογικό υλικό
-
Ηλεκτρική ενέργεια · ηλεκτρική ενέργεια
-
Διαφορά δυναμικού · διαφορά δυναμικού
-
Ηλεκτρικό σήμα
-
ηλεκτρική ισχύς
-
βιομηχανία (παραγωγής) ηλεκτρικών
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη