Μετάφραση του "ergonomi" σε Ελληνικά

Οι εργονομία, Εργονομία, βιοτεχνολογία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ergonomi" σε Ελληνικά.

ergonomi noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εργονομία

    noun feminine

    A. Funktions- och processmässiga krav, ergonomi och förståelse av MMI.

    A. σε λειτουργικές και διαδικαστικές απαιτήσεις, στην εργονομία και στην κατανόηση της διασύνδεσης ανθρώπου-μηχανής·

  • Εργονομία

    A. Funktions- och processmässiga krav, ergonomi och förståelse av MMI.

    A. σε λειτουργικές και διαδικαστικές απαιτήσεις, στην εργονομία και στην κατανόηση της διασύνδεσης ανθρώπου-μηχανής·

  • βιοτεχνολογία

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ergonomi " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ergonomi" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη