Μετάφραση του "exil" σε Ελληνικά
Οι εξορία, Εξορία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "exil" σε Ελληνικά.
exil
noun
common
γραμματική
-
εξορία
noun feminineEfter att han hörde mitt öde, valde han exil framför konfrontation.
Και όταν άκουσε τη μοίρα μου, επέλεξε την εξορία από την αντιπαράθεση.
-
Εξορία
Inre exil: Förvisade personer sändes till något avlägset område, vanligen Sibirien, där de måste arbeta och uppehålla sig.
Εξορία στο Εσωτερικό: Οι εξόριστοι στέλνονταν σε κάποια μακρινή περιοχή—συνήθως στη Σιβηρία—όπου έπρεπε να εργάζονται και να κατοικούν.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " exil " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη