Μετάφραση του "exklusiv" σε Ελληνικά

Οι αποκλειστικός, αποκλειστική χρήση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "exklusiv" σε Ελληνικά.

exklusiv γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποκλειστικός

    Adjective

    Ett annat ord än ’exklusiv’ kan användas för att uttrycka parternas grundläggande avsikt.

    Μπορούν να χρησιμοποιηθούν άλλες λέξεις εκτός της λέξεως “αποκλειστικός” για να δηλώσουν τη θεμελιώδη πρόθεση των μερών.

  • αποκλειστική χρήση

    En egendomskoncession om permanent och exklusiv användning av flygplatsområdet.

    σύμβαση για τη χρήση δημοσίων ακινήτων σχετικά με την μόνιμη και αποκλειστική χρήση της αερολιμενικής ζώνης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " exklusiv " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "exklusiv" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "exklusiv" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη