Μετάφραση του "extremism" σε Ελληνικά

Το εξτρεμισμός είναι η μετάφραση του "extremism" σε Ελληνικά.

extremism noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξτρεμισμός

    noun masculine

    Våldsbejakande extremism som motiveras av radikala ideologier har många ansikten, men många av dem är unga.

    Ο βίαιος εξτρεμισμός που προκαλείται από ριζοσπαστικές ιδεολογίες έχει πολλά πρόσωπα, πολλά όμως από αυτά είναι νεαρά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " extremism " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "extremism" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη