Μετάφραση του "fabrik" σε Ελληνικά

Οι εργοστάσιο, φάμπρικα, Εργοστάσιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fabrik" σε Ελληνικά.

fabrik noun common w γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εργοστάσιο

    noun neuter

    Min mamma jobbar på fabrik.

    Η μητέρα μου εργάζεται σε εργοστάσιο.

  • φάμπρικα

    feminine

    Hon började arbeta på fabriken 1933.

    Το 1933 είχε πιάσει δουλειά στη φάμπρικα.

  • Εργοστάσιο

    Min mamma jobbar på fabrik.

    Η μητέρα μου εργάζεται σε εργοστάσιο.

  • βιομηχανικές εγκαταστάσεις

    noun

    m) industrianläggningar i sin helhet, som petrokemiska fabriker, värmeverk eller kraftverk.

    (ιγ) οι βιομηχανικές εγκαταστάσεις θεωρούμενες στο σύνολό τους, όπως τα πετροχημικά εργοστάσια καθώς και οι μονάδες παραγωγής θέρμανσης και ηλεκτρικής ενέργειας,

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fabrik " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "fabrik"

Φράσεις παρόμοιες με "fabrik" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • εργοστάσιο χημικών · μονάδα χημικής βιομηχανίας
  • εργοστάσιο «με το κλειδί στο χέρι»
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fabrik" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη