Μετάφραση του "faktor" σε Ελληνικά

Οι παράγοντας, διαιρέτης, εξάρτημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "faktor" σε Ελληνικά.

faktor noun common γραμματική

multiplikatonens operand

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • παράγοντας

    noun masculine

    ο παράγοντας (ουσιαστικό) [..]

    Det är därför omöjligt att ge bestämda regler om betydelsen av individuella faktorer.

    Συνεπώς, δεν είναι δυνατό να καθοριστούν αυστηροί κανόνες για τη σπουδαιότητα των επιμέρους παραγόντων.

  • διαιρέτης

    noun
  • εξάρτημα

    noun
  • αντιπρόσωπος

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " faktor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "faktor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "faktor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη