Μετάφραση του "fastighet" σε Ελληνικά

Οι ακίνητο, ακίνητα, ακίνητη περιουσία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fastighet" σε Ελληνικά.

fastighet noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακίνητο

    noun neuter

    Investeraren kan dock inte använda fastigheten som fritidsbostad.

    Απλώς δεν μπορεί να χρησιμοποιεί το ακίνητο για δευτερεύουσα κατοικία.

  • ακίνητα

    noun neuter

    Här ingår även fastigheter för eget bruk under uppförande.

    Επίσης, περιλαμβάνονται τα ακίνητα για ιδιόχρηση που βρίσκονται υπό κατασκευή.

  • ακίνητη περιουσία

    noun feminine

    Fordringar eller villkorade fordringar mot säkerhet i fastighet.

    απαιτήσεις ή ενδεχόμενες απαιτήσεις εξασφαλισμένες με ακίνητη περιουσία,

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fastighet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "fastighet" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fastighet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη