Μετάφραση του "fernissa" σε Ελληνικά
Οι βερνίκι, βάφω, λάκα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fernissa" σε Ελληνικά.
-
βερνίκι
nounIsocyanater förekommer således i kemiska produkter som målning, fernissa, ytbehandlingsmedel, lim och tätningsmedel.
Βρίσκονται λοιπόν σε χημικά προϊόντα όπως τα χρώματα, τα βερνίκια, υλικά κατεργασίας, κόλλες και υλικά στεγανοποίησης.
-
βάφω
verb -
λάκα
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fernissa " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Βερνίκι
Το βερνίκι είναι μια διαφανής, σκληρή, προστατευτική τελική στρώση ή μεμβράνη που χρησιμοποιείται κυρίως στην επεξεργασία του ξύλου, αλλά επίσης και σε άλλα υλικά.
Här ingår höljen som isolerar högspänningsförande delar av kontaktdon samt isolerande fernissa eller målarfärg.
Αυτή περιλαμβάνει τα καλύμματα για τη μόνωση των υπό τάση μερών των ακροδεκτών, καθώς και το βερνίκι ή τη βαφή που χρησιμοποιείται για μόνωση.