Μετάφραση του "flaska" σε Ελληνικά

Οι μπουκάλι, φιάλη, μπιμπερό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "flaska" σε Ελληνικά.

flaska noun common w γραμματική

En behållare vanligen tillverkad av glas och med en avsmalnande hals som används för att förvara vätskor. [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μπουκάλι

    noun neuter

    δοχείο

    Ge mig den där flaskan.

    Δώσ' μου εκείνο το μπουκάλι.

  • φιάλη

    noun feminine

    Se till att ventilen är stängd när flaskan inte används.

    Να εξακριβώνεται ότι όταν η φιάλη δεν χρησιμοποιείται, η βαλβίδα της είναι κλειστή.

  • μπιμπερό

    noun neuter

    Vitaminer som vitaminer, antingen de kommer från bröst eller flaska.

    Οι βιταμίνες είναι βιταμίνες, είτε αν προέρχονται από θηλή ειτε από μπιμπερό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • φλασκί
    • μπουκάλα
    • μποτίλια
    • βύτη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " flaska " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Flaska
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Φιάλη

    Flaska (glas) innesluten i plasthölje

    Φιάλη (γυάλινη) σε πλαστική συσκευή

Εικόνες με "flaska"

Φράσεις παρόμοιες με "flaska" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "flaska" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη