Μετάφραση του "flygare" σε Ελληνικά

Οι πιλότος, αεροπόρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "flygare" σε Ελληνικά.

flygare
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πιλότος

    noun masculine

    Det finns en flygare ombord som behöver dig mycket mer än jag.

    Υπάρχει ένας πιλότος εκεί πάνω που σε χρειάζεται περισσότερο από μένα.

  • αεροπόρος

    noun m-f

    Slim, ni blir aldrig en flygare.

    Slim, ποτέ δεν θά γίνεις αεροπόρος ούτε σε χίλια χρόνια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " flygare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "flygare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη