Μετάφραση του "flygel" σε Ελληνικά

Οι φτερό, λασπωτήρας, πτέρυγα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "flygel" σε Ελληνικά.

flygel noun common w γραμματική

en sorts piano

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • φτερό

    noun neuter

    Hon slog i flygeln när hon sköts.

    Χτύπησε στο φτερό, όταν πυροβολήθηκε.

  • λασπωτήρας

    noun masculine
  • πτέρυγα

    noun feminine

    Fienden är tillbakaslagen vid vänstra flygeln och har lidit nederlag vid den högra!

    O εχθρóς απoκρoύστηκε στηv αριστερή και ηττήθηκε στη δεξιά πτέρυγα.

  • πιάνο με ουρά

    neuter

    En liten flygel livade upp i sällskapsrummet, där en kvinnlig steward tog hand om passagerarna.

    Ένα μικρό πιάνο με ουρά κοσμούσε το σαλόνι, όπου μια συνοδός φρόντιζε τους επιβάτες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " flygel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "flygel"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "flygel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη