Μετάφραση του "flygplan" σε Ελληνικά
Οι αεροπλάνο, αεροσκάφος, Αεροπλάνο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "flygplan" σε Ελληνικά.
-
αεροπλάνο
noun neuterFörfaranden och villkor för lastning och säkring av last i flygplanet.
Διαδικασίες και αναγκαία μέτρα σχετικά με τη φόρτωση και την ασφάλιση του φορτίου στο αεροπλάνο.
-
αεροσκάφος
noun neuterDetsamma skall gälla om ett flygplan från ett tredjeland landar utan tillstånd.
Το αυτό ισχύει όταν αεροσκάφος που εκτελεί πτήση από τρίτη χώρα προσγειώνεται χωρίς άδεια.
-
Αεροπλάνο
driven luftfarkost som flyger med hjälp av vingar
Taxning av ett flygplan får ske på en flygplats färdområde enbart om personen vid manöverorganen
Αεροπλάνο τροχοδρομείται μόνο στην επιφάνεια κίνησης αεροδρομίου, εάν το πρόσωπο που χειρίζεται τα χειριστήρια πτήσης:
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " flygplan " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate